15 ΟΚΤ
2012

Από το Ο ΤΑΫΓΕΤΟΣ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ, 1949

ΧΤΕΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΑ ΣΤΟΝ ΤΑΥΤΕΤΟ

J’ étais sur le pont dès cinq heures, cher-
chant la terre absente, épiant à quelque bord de
cette route d’ un bleu sombre, que tracent les
eaux sous la coupole azurée du ciel, attendant
la vue du Taygète lointain comme l’ apparition
d’ un dieu.
GERARD DE NERVAL
(Voyage en Orient – Introduction XII)

Ἀριστερά· πάνω ἀπ’ τὴν ὄχθη, ἐκεῖ, ποὺ ὅταν νυχτώνει
ὁ ἕσπερος βγαίνει σὰν πουλὶ καὶ κάθεται στὸν δεξιὸν ὦμο σου·
πότε φορεῖς στραβὰ τὴ σκούφια σου - ἕνα τριανταφυλλένιο
σύννεφο,
πότε οἱ κορφές σου στὴ σειρὰ χαραδρώνουν τὴ θύελλα.
Ἐκεῖ, λοιπόν, στὴν πιὸ ὑψηλὴ κορφή σου, κάποτε, ὀνειρεύτηκα
ν’ ἀνοίγουνε τὰ χέρια μου σὰν δυὸ μακριὲς προβλῆτες καὶ νὰ 
κλείνουνε μέσα τους ὅλα τ’ ἀστέρια.
Τώρα μπορῶ νὰ σὲ θυμᾶμαι καὶ νὰ κλαίω, ὅπως κλαίει
στὰ τσακισμένα σου πλευρὰ μιὰ μικρὴ βρύση στάζοντας
μετὰ τὰ μεσάνυχτα.
Δὲν ἔγινε ὅ,τι ὁραματίστηκα, δὲ μπόρεσα. Σὲ ψάχνω,
σὲ ἀναζητάω μέσα στὴ νύχτα. Θέλω ν’ ἀκουμπήσω
τὰ χείλη μου πάνω στὴν πέτρα σου νὰ μὴ μ’ ἀκούσει κανεὶς
ἄλλος, ἀγαθέ μου γέροντα! Κανεὶς ἄλλος!
Δὲν πρέπει τὴν ἀλήθεια νὰ τὴν λέει κανένας ὅπου τύχει.
Ἄλλωστε ἐγὼ δὲν ἔχω φίλους, ἐξαντλήθηκαν οἱ μέρες
τῆς ἐμπιστος ύνης
κι ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου εἶναι μαχαίρι δίκοπο γιὰ κεῖνον
ποὺ τὴν ὀνειρεύεται.
Μούσκεψε τὸ πουκάμισό μου στὸ αἷμαι, μ’ ἔπνιξε ἡ σιωπή!
Πάρε με κάτω ἀπὸ τὸν γρίζο σου μαντύα, κάτω
ἀπ’ τὸ σύννεφο
ποὺ σὲ χωρίζει ἀπ’ τὸ Θεό. Θέλω νὰ σοῦ μιλήσω!
Ἔρριξες τὴν ἀστροφεγγιὰ μέσα μου νὰ μὲ βασανίζει.
Ἔρριξες τὸν ἀγέρα τῶν δασῶν σου μέσα μου.
Μέσα μου τρικυμίζει ὁ ἄνεμος ἀπέραντες ἐκτάσεις σιωπῆς!
Ποῦ νὰ σταθῶ μ’ αὐτὸ τὸ βάρος, πῶς νὰ περπατήσω!
Πότε θὰ προφτάσω λοιπὸν νὰ ξεχωρίσω τὸ νερὸ ἀπ’ τὸ χῶμα!
Κι ὅμως, ὄχι, περίμενε
καὶ τὴν ἀποστολὴ ποὺ μὲ φόρτωσες δὲ θὰ στὴ γυρίσω πίσω!
Θὰ βρῶ ὅσα δάκρυα μοῦ χρειάζονται νὰ σοῦ πλάσω ἕνα πρόσωπο
ἀληθινὸ μὲ το χῶμα μου, ὅσο αἷμα μοῦ χρειάζεται,
ὅση ἀγάπη – τί ἤθελες; Τί; Πές μου, γέροντα, τί;
Δὲν ὀνειρεύτης λοιπὸν νὰ μὲ δεῖς νὰ περπατῶ ζωντανὸ
μὲς στὸ θάνατο;
Δὲν βλέπεις κάτω ἐδῶ βαθιά; Δὲ μ’ ἀκοῦς πιά; Δὲν εἶσαι
πάνω μου; Τότε τι ἔμεινε πάνω μου; Μὴν ξεχάσεις
τουλάχιστο,
νὰ κάμεις τόπο ὰνάμεσα στὶς τρύπες τῶν γερακιῶν σου,
νὰ φτιάξεις μιὰ μικρὴ ρωγμὴ νὰ μὲ φυλάξεις στὴ μνήμη σου!
Ὅμως, ἂν ἤμουν πετρωμένος σ’ ἕνα σου πλευρό,
μ’ ἕνα ταγάρι ἀνάμεσα στὶς πλάτες μου,
μ’ ἕνα κλωνὶ βασιλικό στ’ αὐτί μου
μ’ ἕνα χαμόγελο ὁλοστρόγγυλο σὰν συντριμμένη λύπη
φεγγαριοῦ,
ἔτσι ποὺ νὰ μὲ σέρνεις πάντοτε μαζί σου,
ἔτσι ποὺ νὰ μὲ κουβαλᾶς μαζί σου στὴν αἰωνιότητα,
μ’ ἕνα ματάκι σπουργιτιού… -
Ὤ, τώρα τὸ καταλαβαίνω!
Ἂν εἶχα χαθεῖ σὲ μιά σου ρεματιὰ θἆχα γεννηθεῖ γιὰ πάντα!
Στάθηκες γιὰ μένα ἕνα μεγάλο πρόβλημα καλοσύνης!
Ἀγαθέ μου γέροντα, τί τὴν ἔκαμα τὴν ψυχή μου;
Μήπως ἄφησα τίποτα ἐκεῖ; Γύρισε! Ψάξε! Φώναξε σὲ ὅλες
τὶς ρεματιές σου!
Ρώτησε αὐτὸ τὸ ἀστροπελέκι ποὺ χορεύοντας σὲ φέγγει
ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές!
Ἀπὸ ποῦ πέρασαν οἱ κλέφτες! Πάρε με στὸ σπίτι σου!
Χτὲς νύχτα εἶδα στὸν ὕπνο μου πὼς περπατοῦσα πλάϊ σου,
πὼς ἐγὼ κοίταζα τὴ γῆς καὶ πὼς ἐσὺ μὲ σκεφτόσουνα.
Χτὲς νύχτα εἶδα στὸν ὕπνο μου τ’ ἄστρα καὶ τὸ φεγγάρι σου.
Στῶν ἀστραπῶν σου τ’ ἄλογα ἑφτὰ ὄμορφοι Ἁι – Γιώργηδες,
ἁλώνισαν τὸν οὐρανὸ κι ὕστερα χαμηλώσανε.
Ξεπέζεψαν στὴν πόρτα μου νὰ μὲ πάρουν μαζί τους.
Μ’ εἶδαν ποὺ σηκωνόμουνα, μ’ εἶδαν… Μὰ γιατί βιάστηκαν;
Δὲν θὰ μὲ πάρουνε λοιπόν; Ποτὲ δὲν θὰ ξανάρθουνε;
Πέτρινο ἀνάγλυφο τοῦ Θεοῦ, ζωντανὴ παρουσία!
Νομίζεις πὼς δὲν ἄκουα τὴ βαθειά σου ἀνάσα; Πὼς δὲν ἤξερα
ὅτι ἔχεις μέσα σου καρδιά;
Μέσα στὴ φτέρη τοῦ γυμνοῦ σου στήθους βόσκανε πρόβατα,
ἀνάβανε πυγολαμπίδες.
Στὴν τρίχινη κάπα τοῦ βοσκοῦ, κρεμότανε ξεμεινεμένη
τὴν αὐγὴ μιὰ τούφα ὁμίχλης.
Τὸ φῶς πηδοῦσε ἀπ’ τὸ ἕνα σου ἐλατάκι στὸ ἄλλο κι ἄναβαν
σὰν πολύέλαιοι πράσινων κεριῶν ὅλες οἱ ράχες σου.
Θυμᾶμαι τώρα τὶς ψηλὲς πέτρες σου, ὅπως θυμᾶται
κανεὶς στὸν κόσμο τοὺς παλιοὺς φίλους του – νὰ καθήσω
πάνω τους νὰ ξανασκεφτῶ, γέροντα.
Σὰ νὰ φοβᾶμαι μήπως ἔκαμα λάθος, εἶμαι περίεργος
νὰ ξαναϊδῶ στὸ βάθος τὴν ἀνατολή! Ἐχα κατεβεῖ
καλά, τὸ ξίφος μου ἦταν ἥλιος. Εἶχα κατεβεῖ
μ’ ἕνα κρίνο στὸ χέρι νὰ ἡμερώσω τὰ κύματα.
Τώρα γυρίζω πίσω τρομαγμένος!
Θέλω νὰ κρεμαστῶ ἀπ’ τοὺς ὤμους σου!
Ν’ ἀκουμπήσω τὸ μέτωπό μου στὸ στῆθος σου!
Νὰ σοῦ εἰπῶ! Νὰ σοῦ εἰπῶ! Νὰ σοῦ εἰπῶ!
Μέσα μου μιὰ σειρὰ κολῶνες ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἥλιο
γέρνουνε! Πρόλαβέ τες, ἀγαθέ μου γέροντα! Μὴ μ’ ἀφήσεις,
γιατ’ εἶμαι τὸ ἄνθος σου! Εἶμαι τ’ ἄνθος ποὺ φύτρωσε μέσα
στὴ μοίρα σου!
Ἐμένα πάντοτε θὰ βρίσκουνε νὰ κάθουμαι χάμω στὰ πόδια σου,
ἐγὼ θἆμαι τὸ αἰώνιο σου λιοντάρι ποὺ θὰ σὲ φυλάει!
Μὰ ἐσύ, δὲ μὲ θημήθηκες ποτέ; Δὲν ξαναρώτησες;
Δὲν σοῦ εἴπανε πὼς τραγουδῶ; Ποτὲ δὲν ἄκουσες
χάμω στὴ ρίζα σου χτυπιές; Δὲν ὑποψιάστηκες;
Ἄνοιξα μιὰ πηγὴ στὰ πόδια σου! Πολλοὶ θὰ περάσουν.
Στὶς πέτρινές σου φοῦχτες θὰ κάθουνται τὰ πουλιά,
θὰ ξεδιψᾶνε οἱ ἄνθρωποι κι ὅπως θὰ σὲ κοιτάζουν,
μὲ τῶν δασῶν σου τὸν ἀτέλειωτο ψίθυρο, θὰ τοὺς ἐξηγᾶς:
«Αὐτὸ τὸ νερὸ τὸ λένε ἀγάπη…»
«Αὐτὸ τὸ νερὸ τὸ λένε ἀγάπη…»
Θἄρθει καιρὸς λοιπὸν ποὺ θὰ θημᾶσαι πὼς ἐδῶ εἶχες χαϊδέψει
τ’ ἀγρίμι σου!
Τ’ ἀγρίμι σου, τ’ ἀγριμάκι σου, καλέ μου γέροντα, ποῦ εἶσαι!
Γύρισε τώρα τὸ πλατύ σου στῆθος κατὰ πάνω μου,
πλησίασε τώρα τὸ χιόνι σου ν’ ἀκουμπήσω τὸ μάγουλό μου!
Χτὲς νύχτα εἶδα στὸν ὕπνο μου – θέλω νὰ σοῦ μιλήσω
θέλω νὰ σκίσω αὐτὸν τὸν πέπλο τῆς κομματιασμένης μου
καρδιᾶς
Ὤ, γιατί νὰ μὴν εἶμαι ἕνα νούφαρο στὴν ἐπιφάνεια
μιᾶς λίμνης;
Γιατί νὰ μὴν εἶμαι ἕνα ἄλογο; Γιατί νὰ μὴν ἥμουν τουλάχιστο
τὸ τελευταῖο λουλούδι τοῦ αἵματος καρφιτσωμένο
στὶς πλαγιές σου!
Μὲ βλέπει ὁ ἥλιος καὶ σκεπάζω μὲ τὰ χέρια τὸ πρόσωπό μου.
Προστάτεψέ με, ἀγαθὲ γέροντα, βοήθησέ με!
Σέρνω τὴν καταματωμένη περιφάνεια μου νὰ τὴν κρύψω
στὰ δάση σου!
Λέω πὼς μὲ καταλαβαίνεις, γέρο – παπποῦ!
Σὲ ποιόν ἄλλο νὰ μιλήσω μ’ αὐτή μου τὴ σκοτωμένη φωνή,
σὲ ποιόν ἄλλον ποὺ ἡ θάλασσα εἶναι μητέρα τοῦ Ιωσὴφ Κόνραντ,
σὲ ποιόν ἄλλον, ποὺ τὰ κύματά της δὲν γνωρίζουν τίποτε
ἀπ’ τὴ γλώσσα τῶν κεραυνωμένων ἐλατιῶν,
σὲ ποιόν ἅλλον, ἀγαθέ μου γέροντα σὲ ποιόν ἄλλον!
Ἔχω ἀρρωστήσει ἀπ’ τὸν ἀντίλαλο τῆς ἀνανταπόδοτης
φωνῆς μου!
Νὰ μαλώσεις τὸν ἄνεμο! Νὰ μαλώσεις τὴ νύχτα!
Ἐγὼ δὲν εἶμαι νὰ τοὺς πεῖς ἕνα παιχνίδι, γιὰ καμιὰ δύναμη!
Ἐγὼ δὲν εἶμαι
ἕνα τυχαῖο περιστατικὸ νὰ τοὺς παραδοθῶ!
Σάλεψε τὰ μεγάλα φρύδια σου! Σήκωσε τὰ ραβδί σου,
ποὺ σαλαγάει τὸ γαλαξία! Ὄχι, πές τους, δὲ γίνεται!
Κάμε τους νὰ τὸ καταλάβουνε πὼς εἶμαι παιδί σου!
Ποιός; Ποιός; Ποιός; Ὁ ἄνεμος ἤ ἡ νύχτα;
Εἶσαι σύ, ποὺ γυρίζεις τὶς πλάτες σου μὲ τὸ χέρι στ’ αὐτί σου;
Εἶσαι σύ, σύ; σύ; Ἐπιτέλους! Παίρνω τὸ σῆμα σου!
Νοιώθω τὰ πέτρινά σου μπράτσα κάτω ἀπὸ τὸ σῶμα μου!
Πές τους ν’ ἀνοίξουνε τὴν πόρτα!
Πές τους ν’ ἀνοίξουνε τὴν πόρτα!
Τὴν πόρτα!
Τὴν πόρτα!
Τὴν πόρτα!
Τὸ γνώριζα πὼς θὰ μὲ σώσεις!
Νὰ ἰδεῖς τί χαρὲς ποὺ ἔκανε τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριού!
Γνωριστήκαμε! Γνωριστήκαμε! Γνωριστήκαμε!
Μόλις ποὺ μ’ εἶδε φώτισε τ’ ἄνοιγμα μιᾶς χαράδρας!
Κρύφτηκα τώρα! Εἶμαι καλά! Ἦρθα! Πιάσε τὰ χέρια μου!
Καὶ τώρα, πές μου ἕνα τραγούδι, ἀγαθὲ γέροντα!
Ἄνοιξε ὅλες
τὶς κρουσταλλένιες σου πηγές, νὰ κουνηθεῖ ἡ μεγάλη ἀστρο-
φεγγιὰ καὶ νὰ ξυπνήσουν ὅλα τὰ τριζόνια σου!
Κάμε νὰ ἱδρώσουνε τὰ χρώματά τους οἱ γυμνὲς πέτρες σου,
νὰ σαλέψουν
σὰν κρίνα τ’ ἄσπρα χιόνια σου! Κάμε νὰ ξαναϊδῶ
πίσω ἀπ’ τὶς ὄρθιες πλάτες σου ν’ ἀνατέλλει καὶ πάλι
τὸ λαμπρὸ ἐκεῖνο ὅραμα τῆς παγκόσμιας ἀγάπης!




Κατηγορίες: Ποιήματα
Πρωτοδημοσιεύθηκε στη συλλογή Ο ΤΑΫΓΕΤΟΣ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ, (1949) και υπάρχει στις συλλογικές εκδόσεις:
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ:Εκλογή από το έργο του, (1964)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ:Ποιήματα 1929-1961, μέρος τρίτο 1948-1951 (1971)
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, τομος 1 (1981, 1991,1999)
 

ρόπτρον | 2011