04 ΝΟΕ
2011

Από το Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ 1952-1956, 1957

Το αμίαντο χέρι

Έφυγες με μισό χέρι για τον αγρό του Βοόζ
να μας στείλεις ένα ψωμί καλοζυμωμένο,
ζεστό, σαν την αγάπη της μάννας
που προσπαθεί να ζεστάνει του βρέφους της
τα χεράκια με την ανάσα της,
με πολύν ήλιο πάνω στη φλούδα,
με πολλά δάκρυα μέσα στην ψύχα του.
Μες στο καράβι που άρχισε να βουλιάζει
Σε περιμένουμε και οι τρεις.
Να μας φέρεις πίσω το χέρι σου.
Το χέρι, που σφύριζε σα μαστίγιο στον άνεμο,
απειλώντας τη μοίρα, πλένοντας τις αυλές,
αθροίζοντας σε αριθμούς τα δέματα και τους τόννους
που φέρνανε τα καράβια.
Το χέρι σου, που έπιανε το μαστό σου όταν θήλαζες
πλαγιασμένο στο στήθος σου ένα τριαντάφυλλο.
Το χέρι σου, που έκοβε υφάσματα λύπης
και μπάλωνε με κλωστές από φως
των παιδιών μας τα ρούχα
...



Κατηγορίες: Ποιήματα

Η Γεωργία Κακούρου-Χρόνη γράφει: Στις 31 Δεκεμβρίου του 1954 η γυναίκα του Νικηφόρου Βρεττάκου πληροφορείται την απόλυσή της από τον Ο.Λ.Π.. ...η γυναίκα μου απολύθηκε από τη θέση της ενός δημόσιου οργανισμού στην οποία εργαζόταν 16 ολόκληρα χρόνια, με την κατηγορία ότι παρακολούθησε μια ομιλία για το έργο του Σικελιανού (Οδύνη, σ.186). Η ομιλία στάθηκε αφορμή. Η πραγματική αιτία της απόλυσής της πρέπει να αναζητηθεί στα πολιτικά της φρονήματα και κυρίως στην έντονη συνδικαλιστική της δράση. Υποχρεώνεται μακριά από την οικογένειά ης να εργαστεί ως καθηγήτρια στο Γυμνάσιο Κατσανοχωρίων, στο Καλέντζι Ιωαννίνων, για το σχολικό έτος 1955-1956. Τα γεγονότα αυτά εμπνέουν τα «Τρία ποιήματα στη γυναίκα με το τσακισμένο χέρι» («Το αμίαντο χέρι», «Όλα είναι μοναξιά στο Καλέντζι» και «Τα δεκατέσσερα παιδιά» της συλλογής «Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ»
[Από το «Χρονολόγιο Νικηφόρου Βρεττάκου που δημοσιεύθηκε στον τόμο με τίτλο ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ (1912-1991), το 1993.

 

ρόπτρον | 2011