29 ΜΑΡ
2015

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21 Μαρτίου 2015

Τα ποιήματα του μικρού αφιερώματος για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21 Μαρτίου 2015

ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ’ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.
Κάθονταν κάτω ἀπ’ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ’ ἔλουσα, χτὲς σ’ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες –
ποιός γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΟΥΝΟ IX
Εἶχα ἀνάγκη νὰ ὑπάρχεις. Νὰ βρῶ
ν’ ἀκουμπήσω κάπου τὴ λύπη μου.
Σὲ καιροὺς ὅπου ὅλα, πρόσωπα,
αἰσθήματα, ἰδέες, ἦταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιὰ πέτρα στερεὴ
ν’ ἀκουμπήσω τὸ χαρτὶ μου.
Μὴν ἀποσύρεις τὴν πέτρα σου,
Κύριε, καὶ μείνουν τὰ χέρια μου
στὸ κενό. Ἔχω ἀνάγκη νὰ γράψω.
Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ
Ἔχω τρεῖς κόσμους. Μιὰ θάλασσα, ἕναν
οὐρανό κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μποροῦσα, ἄν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεῖς, νὰ σᾶς
ἔλεγα
ποὺ φτάνει ὁ καθένας τους. Ἡ θάλασσα, ξέρω.
Ὁ οὐρανός, ὑποψιάζομαι. Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου,
μὴ μὲ ρωτήσετε.
ΧΡΕΟΣ
Δὲν θὰ ἤθελα νὰ κλείσω τὰ μάτια δίχως νὰ ἰδῶ.
Δὲν θὰ ἰδῶ χωρὶς νὰ μιλήσω.
Καὶ δὲν θὰ μιλήσω χωρὶς
νὰ τραβήξω τὸ λόγο ἀπὸ μέσα βαθιά μου, ὅπως ἕνα
μπηγμένο μαχαίρι. Τὸ φῶς ἔχει μέσα του
αἷμα, τὸ αἷμα ἔχει φῶς,
κι ἡ καρδιά μου, εὐτυχῶς, τρυπημένη ἀπ’ τὰ βλέμματα
χιλιάδων παιδιῶν, εἶναι τώρα γιομάτη
καρφωμένα μαχαίρια.
ΚΑΝΤΑΤΑ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
Κι ἄν δέν τά τραγουδήσετε
τά λουλούδια θά μεγαλώσουν
κι ὅπως ἀπό καταβολῆς φωτός
θἆναι φρέσκα τά χρώματά τους .
Δέν ἔχει ἀνάγκη ἡ θάλασσα.
Ἀνάγκη ἔχει ἡ ἀγάπη.
Καί τελοσπάνων ποιός
εἶναι αὐτός ὁ Ταΰγετος;
Ἔχει πληγές; Κλαίει μέ λυγμούς;
Εἶναι ἀκρωτηριασμένος;
Δέν ἔχει ἀνάγκη ὁ Ἕσπερος ,
ὁ Θεός, τό ἡλιοβασίλεμα.
Ἀνάγκη ἔχει ἡ ἀγάπη.

Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ
Ὅ,τι καί νά συμβεῖ, δέν θά τόν ἀρνηθῶ
τόν κόσμο. Κι ἄν μοῦ κόψουν τά χέρια
καί δέν ἔχω ἀγκάλη, θά μπορῶ
ν’ ἀκουμπῶ τό μέτωπό μου στό δέντρο,
τό μέτωπό μου στήν πέτρα, τό δαρμένο
ἀπ’ τήν ἔρημο μάγουλό μου στό φῶς.
ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Τόν κόσμο πού ὀνειρεύτηκα, δέν εὐδόκησα
νά τόν δῶ. Καί πολύ μοῦ κόστισε
καί μέ πόνεσε, ἐπειδή, χωρίς νἄχει ὑπάρξει,
κάποιος ἔβαλε μία φωτογραφία του μέσα μου.
ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΕΛΕΙΠΑ
Ὅλα τά χρόνια πού ἔλειπα, ξέρεις, γιά σένα γύριζα.
Ἔψαχνα τό τριαντάφυλλο νά βρῶ, πού ἄλλος κανένας
δέ θά μποροῦσε νά σοῦ δώσει. Τί βουνά,
τί ἐρήμους καί τί θάλασσες πέρασα, τί βροχές
μοῦ αὐλάκωσαν τό μέτωπο, τί ἁρμύρες μέ παιδέψαν,
ποτέ κανείς δέ θά τό μάθει. Ἔστιψα τήν καρδιά μου
σ’ ἕνα ἅγιο δισκοπότηρο κι ἀπό κεῖ μέσα φύτρωσε
τό ὡραῖο αὐτό τριαντάφυλλο, τό καθαρό
σάν τῆς Λαμπρῆς τό λυκαυγές. Βάλτο στή ζώνη,
στό στῆθος σου ἤ τά μαλλιά. Θά σοῦ πηγαίνει
ὅπως πηγαίνει κάθε πρωί στόν κόσμο ὁ ἥλιος.



Κατηγορίες: Ποιήματα
 

ρόπτρον | 2011