10 ΜΑΙ
2015

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γράφει στην ΟΔΥΝΗ

Κι ὅμως, ἔτυχε κεῖνες τίς μέρες, ὅπως τό μικρό χελιδόνι, νά μέ βοηθήσει καί μένα η μάνα μου…

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γράφει στην “ΟΔΥΝΗ”:

"Στό μεταξύ τό πάθος μου γιά τά βιβλία μεγάλωνε ὁλοένα καί περισσότερο. Κάθε στιγμή πού δέν διάβαζα, μοῦ φαινόταν χαμένη. Γιά τίποτε ἄλλο δέν πείνασα καί δέν δίψασα περισσότερο σέ τοῦτο τόν κόσμο. Στήν πρωϊνή προσευχή πού κάναμε στό σχολεῖο, δέν ἔνοιωθα τήν ἀνάγκη νά παρακαλέσω γιά τίποτε ἄλλο. Τά βιβλία ἔγιναν τό ψωμί και τό νερό μου. Γύριζα κάτω ἀπό τον οὐρανό, ὅπως ἕνα πεινασμένο σκυλί.
Μιά μέρα ὁ κ. Ἀνδρίκος πού πουλοῦσε τά σχολικά μας, μοῦ εῖπε πώς θά μποροῦσα νά τοῦ παραγγέλνω τά βιβλία πού ἤθελα καί κεῖνος θά μοῦ τά ἔφερνε. Εἶχε κάτι οἰκονομίες ὁ Θαλῆς [σημ. Κουτούπης, φίλος του], παραγγείλαμε καί μᾶς ἤρθανε μερικά. Τροφή γιά οκτώ μέρες. Ὕστερα ἔχασκα ὅπως τό μικρό χελιδόνι, πού, μέ τά μάτια κλειστά, περιμένει τή μάνα του, νά τοῦ φέρει κάτι στό ράμφος της. Ἀλλά ἐγώ, τέτια τύχη-μάνα δέν εἶχα. Κι ὅμως, ἔτυχε κεῖνες τίς μέρες, ὅπως τό μικρό χελιδόνι, νά μέ βοηθήσει καί μένα η μάνα μου.
Κατεβαίνοντας στήν πόλη, βρῆκε μιά μέρα στό δρόμο κάτι λεφτά: Ἑφτακόσιες δραχμές, δεμένες σ’ ἕνα μαντήλι. Τά κράτησε περισσότερο ἀπό ἕνα μῆνα. Δέν ἀκούστηκε νά τά ζητήσει κανείς. Κατέβηκε τότε στήν πόλη, ἔχοντας πάρει μιάν ἀπόφαση πού δέν τήν περίμενα.” Ἄκουσες”, μέ ρώτησε, “νά ἔχασε κανείς τίποτε χρήματα;”. “Ὄχι” τῆς ἀπάντησα καί τήν κοίταξα μέ ἀπορία. “Τά βρῆκα ἐγώ” μοῦ εἶπε, ἐνῶ ἡ φωνή της καί τά χέρια της ἔτρεμαν. “Σοῦ τά δίνω νά πάρεις βιβλία”.
Σέ λίγο καί τῶν δυό μας τά χέρια ἔτρεμαν. Τά λεφτά ἤτανε ἀφημένα στό τραπέζ. Τῆς εἶπα νά κρατήσει μερικά κι αὐτή, ν’ ἀγοράσει καί πράγματα γιά τό σπίτι. “Εἶναι κακό” μοῦ ἀπάντησε, πρέπει νά πᾶνε ὅλα σέ ἱερό σκοπό”. Καί συμπλήρωσε: “Θά κρατήσω μιά δραχμή μόνο, ν’ ἀνάψω ἕνα κερί γιά τή σχώρεση. Κι ὅταν μεγαλώσεις καί μπορεῖς, αὐτές τίς ἑφτακόσιες δραχμές νά τίς δώσεις πίσω”. “Σέ ποιόν;” τή ρώτησα. “Ὅπου κι ἄν βρίσκεσαι στούς φτωχούς” μοῦ ἀπάντησε...."


Κατηγορίες: Στιγμές
 

ρόπτρον | 2011