07 ΝΟΕ
2011

Από το Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, 1957

Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου
κι ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι -παρ΄όλα τα μαύρα της,
κατεβαίνει ένα ένα τα σκαλοπάτια κοιτάζοντας
... την ευγένεια του ήλιου και τις άσπρες πορτοκαλιές.
Δεν ξέρει η μητέρα μου τι είναι ο ήλιος.
Τον φαντάζεται αγάπη που ανατέλλει στον ουρανό.
Δεν ξέρει η μητέρα μου.
...
Στέκεται ακίνητη πλάι στο στασίδι της.
Παρ΄όλο το πλήθος, δείχνει ολομόναχη.
Κοιτώντας τον Παντοκράτορα δεν ξέρει η μητέρα μου, πως
ο παντοδύναμος βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο.
Πως είναι απ' το χέρι του που κρέμονται όλα και πως
ολόκληρη η γης, δεν είναι παρά ένα
μικρό Ναγκασάκι.
...
Είναι τώρα θαρρώ καιρός να της γράψω
στη γλώσσα της. Με λέξεις αγράμματες.
Να της γράψω πως είμαι καλά. Πως είμαστε τώρα
όλοι καλά, από πάνω τον έσπερο ως κάτω
τα λαγκάδια της Πλούμιτσας:
"Σεβαστή μου μητέρα,
δύο χιλιάδες Αμερικανοί επιστήμονες
υπογράψανε έκκληση. Υπογράψανε για όλα
όσα αγαπάς. Κι αγαπώ. Και για σένα.
Στείλε τους ένα κλωνάρι βασιλικό. Στείλε τό μου εμένα
κι εγώ, βάζοντάς το μέσα σ' ένα χαρούμενο
και γρήγορο φάκελο, θα τους γράψω:
"Απ' τη μάνα μου".



Κατηγορίες: Ποιήματα

Η Τατιάνα Γκρίτση-Milliex γράφει: "Στη συνέχεια του Οπενχάιμερ, σαν λυρική πράξη κάθαρσης, ο Νικηφόρος γράφει το "Η μητέρα μου στην εκκλησία", όπου ξαναβρίσκει τις χαμηλές τρυφερές του νότες, γιατί κοντά σ' αυτή τη μάνα όλα φαίνονται φρέσκα,... όλα δείχνουν αλλιώς. Β'αζοντας το χέρι του στο δικό της, την ώρα που αλλάζει τη μπόλια της για να πάει στην εκκλησία, διατρέχει όλη του τη ζωή, απ' τον καιρό που σκάλωνε στο στήθος της σαν το μεταξοσκώληκα στο θυμάρι ίσα με το άμεσο παρόν.
[Από το "Ζωή στη γλάστρα του θανάτου (Νικηφόρος Βρεττάκος) που δημοσιεύθηκε στο ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ, 1993]

 

ρόπτρον | 2011