12 ΙΟΥΛ
2015

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ, [Από το ΤΑ ΘΟΛΑ ΠΟΤΑΜΙΑ, 1950]

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ
Ἀπαντῶ στὴ σιωπή σου μ’ ἕνα φῶς ἤρεμο· ὅσο καὶ νἆναι
σὰν τὸν Ἀτλαντικὸ οἱ στιγμές μου ταραγμένες
ὅσο κι ἂν ἡ καρδιὰ στὰ βάθη μου χορεύει ὅπως μιὰ φλόγα
φωτιᾶς. Τὸ αἷμαι μου καίγεται σὰν ἕνα μακρὺ δάσος
σὲ μιὰν ἀπέραντη πλαγιά. Ὅσο κι ἂν ἕνας ὄμορφος
ἥλιος βασίλεψε, σοῦ γράφω. Ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο,
σ’ ἕνα μικρὸ φύλλο χαρτιοῦ σοῦ γράφω καὶ σοῦ στέλνω
τὸ παιδικό μου ἀλάβωτο χαμόγελο σὰν ἕνα
φεγγάρι μέσα σὲ μιὰ στέρνα.
Ἔχεις τὸ ἔλεος. Πάνω σου τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ.
Ἔχεις τὴν εὔνοια τῶν πρωινῶν του. Μὴ μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ εἰπεῖς πὼς μ’ ἐγκατέλειψεν
ἡ ἐλπίδα.
Καθὼς κοιτᾶς τὸν Ταΰγετο σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα, καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα, καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπ’ τὰ δάκρυα μου
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμα πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!
Κι ἂν σκίστηκε
τῶ χῶμα μου στὰ δύο, κι ἂν χάσκει ἡ ὕπαρξή μου
σὰν ἕνας τοῖχος ἀνοιγμένος κάτω ἀπ’ τὴν κοιλιὰ
μιᾶς φορτωμένης καταιγίδας,
πές τους πὼς σοῦ στέλνω
τὸ παιδικό μου ἀλάβωτο χαμόγελο σὰν ἕνα
φεγγάρι μέσα σὲ μιὰ στέρνα.
Κατὰ μῆκος τοῦ ποταμιοῦ
ποὺ κατεβαίνει στὴν κοιλάδα,
δίπλα στὶς λεῦκες ποὺ σοῦ νανουρίζαν
τὴ λύπη, γράψε στὸ νερὸ
τ’ ὄνομά μου: Ἐλπίδα.
τ’ ὄνομά μου: Ἀγάπη
τ’ ὄνομά μου: Σιωπή.
Τάραξε πάλι τὸ νερό.
Σβύσε τὰ ἴχνη μου πάλι.
Πές τους πὼς εἶμαι ἕνας ἐλεύθερος ἄνεμος ποὺ γυρνᾶ
μέσα στὸ μέλλον. Πὼς σὲ κάθε δέντρο ἔχω δεμένο
κι ἀπὸ ἕνα χρυσοσέλωτο ἄλογο. Πές τους πώς,
ἐγὼ κι ὁ ἥλιος εἴμαστε πάντοτε σὲ πορεία.
Πὼς ὅταν κάθε Κυριακὴ ντύνομαι τὶς ἐλπίδες μου
γιομίζει καθὼς περπατῶ ὁ κόσμος.
Ἐσύ, ἔτσι πές τους.
Πὼς δὲν σοὔγραψα τίποτα. Πὼς σοὔστειλα μονάχα
τὸ παιδικὸ μου ἀλάβωτο χαμόγελο σὰν ἕνα
φεγγάρι μέσα σὲ μιὰ στέρνα.
Από το "ΤΑ ΘΟΛΑ ΠΟΤΑΜΙΑ", 1950


Κατηγορίες: Ποιήματα
 

ρόπτρον | 2011