27 ΟΚΤ
2013

ΕΝΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΕI ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠ

ΕΝΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΕI ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ποιός θὰ μᾶς φέρει λίγον ὕπνο ἐδῶ ποὺ βρισκόμαστε;
Θὰ μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
νὰ ἰδοῦμε πὼς ἔρχεται τάχα ἡ μάνα μας
βαστάζοντας στὴ μασχάλη της ἕνα σεντόνι λουλακιασμένο
μὲ μιὰ ποδιὰ ζεστασιὰ καὶ κατηφέδες ἀπὸ τὸ σπίτι μας.
Ἕνα φθαρμένο μονόγραμμα στὴν ἄκρη τοῦ μαντηλιοῦ:
ἕνας κόσμος χαμένος.

Δὲν μᾶς ἔμεινε τίποτα νὰ θυμίζει τὰ χέρια της.
Κάτι χέρια ποὺ ξεκλαδίζονται τὰ δάχτυλά τους τὴ νύχτα
καὶ σὰν βέργες μπλεγμένες σκεπάζουν τὸ στερέωμα πάνω μας

Τριγυρίζουμε πάνω στὸ χιόνι μὲ τὶς χλαῖνες κοκκαλιασμένες.
Ποτὲ δὲν βγῆκε ὁ ἥλιος σωστὸς ἀπ’ τὰ ὑψώματα τοῦ Μοράβα.
Ποτὲ δὲν ἔδυσε ὁ ἥλιος ἀλάβωτος ἀπ’ τ’ ἁρπάγια
τῆς Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στὸν ἄνεμο χωρὶς ἄλλο ροῦχο,
διπλωμένος μὲ τὸ ντουφέκι μου παγωμένος καὶ ἀσταθής.

(Σὰν ἤμουνα μικρὸς καθρεφτιζόμουν στὰ ρυάκια
τῆς πατρίδας μου
δὲν ἤμουν πλασμένος γιὰ τὸν πόλεμο)

Δὲ θὰ μοῦ πήγαινε αὐτὴ ἡ προσβολὴ περασμένη ὑπὸ μάλης,
δὲ θὰ μοῦ πήγαινε αὐτὸ τὸ ντουφέκι ἂν δὲν ἤσουν ἐσύ,
γλυκὸ χῶμα ποὺ νιώθεις σὰν ἄνθρωπος,
ἂν δὲν ἤτανε πίσω μας λίκνα καὶ τάφοι ποὺ μουρμουρίζουν
ἂν δὲν ἤτανε ἄνθρωποι κι ἂν δὲν ἦταν βουνὰ μὲ περήφανα
μέτωπα κομμένα στὸν ἥλιο μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ θεοῦ.

Ἡ νύχτα μᾶς βελονιάζει τὰ κόκκαλα μέσα στ’ ἀμπριὰ ‘κεῖ μέσα,
μεταφέραμε τὰ φιλικά μας πρόσωπα καὶ τ’ ἀσπαζόμαστε
μεταφέραμε τὸ σπίτι και’ τὴν ἐκκλησιὰ τοῦ χωριοῦ μας
τὸ κλουβὶ στὸ παράθυρο, τὰ μάτια τῶν κοριτσιῶν,
τὸ φράχτη τοῦ κήπου μας, ὅλα τὰ σύνορά μας,
τὴν Παναγία μὲ τὸ γαρούφαλο, ἀσίκισσα,
ποὺ μᾶς σκεπάζει τὰ πόδια πρὶν ἀπ’ τὸ χιόνι,
ποὺ μᾶς διπλώνει στὴ μπόλια της πρὶν ἀπ’ τὸ θάνατο.

Μὰ ὅ,τι κι ἂν γίνει ἐμεῖς θὰ ἐπιζήσουμε.
Ἄνθρωποι κατοικοῦν μὲς στὸ πνεῦμα τῆς Ἐλευθερίας
ἀμέτρητοι,
Ἄνθρωποι ὄμορφοι μὲς στὴ θυσία τους, Ἄνθρωποι.
Ἕνας μεγάλος καταυλισμὸς εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀρετῆς.
Τὸ ὅτι πεθάναν, δὲν σημαίνει πὼς ἔπαψαν νὰ ὑπάρχουν ἐκεῖ,
μὲ τὶς λύπες τους, μὲ τὰ δάκρυα. μὲ τὶς κουβέντες τους.
Ὁ ἥλιος σας θἆναι ἀκριβὰ πληρωμένος.
Ἂν τυχὸν δὲν γυρίσω, ἂς εἶστε καλά,
σκεφτεῖτε γιὰ λίγο πόσο μοῦ στοίχισε.
(Σὰν ἤμουνα μικρὸς καθρεφτιζόμουνα στὰ ρυάκια
τῆς πατρίδας μου
δὲν ἤμουν πλασμένος γιὰ τὸν πόλεμο).



Κατηγορίες: Ποιήματα
 

ρόπτρον | 2011