28 ΙΑΝ
2012

Από το ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, 1961

ΤΟΝ καιρό που γεννήθηκα-

Κείνα τα χρόνια, μου’ χε ο Θεός
Φυλάξει τα δέντρα. Ήταν αστέρια στον ουρανό.
...
ΠΕΡΑΣΑΝ τόσο μέσα μου οι άνθρωπο, κ’ ήταν
Τόσο αδιαίρετα όλα, που δεν είχα φίλους.
Ώρες-ώρες δεν ήξερα να διακρίνω ένα κρύο
χέρι από ένα χέρι ζεστό. Τα μάζευα όλα.
Τ’ ακούμπαγα όλα πάνω στο στήθος μου.
Τα ζέσταινα όλα. ‘Οπως κι ο ήλιος.
Τα κλαδιά της φωτιάς εκπέμπαν αχτίνες
μικρές από μέσα μου. Όπως κι ο ήλιος.
...
Μάτια αμπελιών, μάτια πουλιών, εκατομμύρια
μαργαριτάρια διπλωμένα γύρω απ’ τη φωνή μου
δέονται υπέρ της σωτηρίας. Σας παρακαλούμε:
Αφήστε μας τα πράγματα. Μη μας τα καίτε.
Αφήστε τα έντομα να βρίσκουνε τ’ άνθη τους.
ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ!
Αφήστε αυτόν τον όμορφο κόσμο να διαιωνίζεται
ανακυλώντας το αύριο μες στις πηγές του, όπως
τον καιρό που γεννήθηκα, προαιώνιος και νέος,
σα ν’αναδύεται, κάθε πρωί, για πρώτη φορά,
μες απ’ τις ρόδινες γάζες της γέννας του
Σβήστε στον ήλιο την κακή φωτιά.
Μη μας σκοτώνετε!



Κατηγορίες: Ποιήματα
 

ρόπτρον | 2011